Περιήγηση
Αρχική σελίδα
Οργάνωση
Ιστορικό Ιδρυσης Κ.Ε.Ρ.Ι.Ε.
Πρόσκληση για Δημοσιεύσεις
Επικαιρότητα
Αρθρα
Παρουσιάσεις
Ανταλλαγή Επιστημονικών Πληροφοριών
Αλιεύματα...από το διαδίκτυο
Αναζήτηση
Επικοινωνία
Σύνδεσμοι (Links)
Πρόσφατα άρθρα
Ζωγράφος Αλέξιος Ven...
Η Σταυρούπολη...
Η συμβολή της Ακαδημ...
GREEKS OF THE EX- US...
Η διάλεκτος των Ελλή...
Αναζήτηση

Εισαγωγή Λέξεων:





Επιλογή Αλλης Γλώσσας
Ρωσικά Κείμενα

Органы управления центра греко-русских исторических исследований КЕРИЕ (2010 -2012)


Форум

В настоящее время начата подготовка по проведению 2-го Российско-Греческого Форума гражданских обществ, который решено провести в июне 2009 года на территории Российской Федерации, в г. Санкт-Петербурге.

Органы управления центра греко-русских исторических исследований КЕРИЕ

(После генерального собрания и выборов от 16.02.2009)


Органы управления центра греко-русских исторических исследований КЕРИЕ
ПРИГЛАШЕНИЕ ПИСАТЕЛЮ
Центр Греко-Российских Исторических исследований (KEРИE)
Центр Греко-российских исторических исследований ЗАЯВКА
Центр Греко-российских исторических исследований

Η συμβολή της Ακαδημίας Οστρόζσκι (1576-1636) στη διατήρηση του ελληνικού πολιτισμού στη Δυτική Ουκρανία
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΟΣΤΡΟΖΣΚΙ (1576-1636) ΣΤΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΟΥΚΡΑΝΙΑ


Δρ. Δημήτριος Γαϊτάνης, σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού, Ιστορικός - Ερευνητής, Μέλος ΚΕΡΙΕ


Σε αντίθεση με τη ουκρανική και ρωσική βιβλιογραφία το έργο και η προσφορά της Ακαδημίας Οστρόζσκι είναι σχεδόν άγνωστα στους έλληνες ιστορικούς και το ευρύ ελληνικό κοινό. Ως το 2004 μερικές μόνο γραμμές υπήρχαν για αυτήν στα σπουδαιότερα βιβλία για τον ελληνισμό της Ουκρανίας. Στη διδακτορική μας διατριβή με τίτλο «Η παιδεία των Ελλήνων της Ουκρανίας στην περίοδο του 16ου-17ου αιώνα», η οποία εγκρίθηκε με άριστα το 2004 από το Τμήμα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής - Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφιερώνουμε ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην Ακαδημία Οστρόζσκι. Για την παρουσίαση του εκπαιδευτικού έργου στην Ακαδημία χρησιμοποιήσαμε ουκρανική βιβλιογραφία, κατά το πλείστον άγνωστη στους Έλληνες ερευνητές, όπως π.χ. το έργο “Οστρόζσκα Σλαβιανο - Γκρεκο - Λατίνσκα Ακαντέμια (1576-1636)” του Ίγκορ Ζηνόβιεβιτς Μιτσκό, το ανθολόγιο “Οστρόζσκα Ακαντέμια XVI-XVII st”, που εξέδωσε η ίδια η Ακαδημία Οστρόζσκι το 1997 κ.ά.
Από τα βιβλία αυτά, τα οποία συλλέξαμε κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μας στην Ουκρανία, τις επιστολές των Ελλήνων ιεραρχών, ιδίως του Μελετίου Πηγά προς τον Βασίλη Κωνσταντίν Οστρόζσκι, αλλά και από τις έρευνες των Ουκρανών ερευνητών Βολοντίμιρ Τέρζοβ, Μ. Βόζνιακ αλλά και Ελλήνων ιστορικών όπως ο Χρήστος Πατρινέλης, σχηματίζουμε μία σαφή εικόνα για την οργάνωση και τις δραστηριότητες της Ακαδημίας.
Η σημασία της Ακαδημίας Οστρόζσκι για την παιδεία των Ελλήνων και των Ουκρανών μέσα στα δύσκολα χρόνια της πολωνολιθουανικής κατοχής ήταν τεράστια, διότι απετέλεσε τον φορέα μετάγγισης του ελληνικού πολιτισμού στην Ουκρανία. Χάρη στις προσπάθειες των Ελλήνων λογίων, που από την όγδοη δεκαετία του 16ου αιώνα άρχισαν να φθάνουν στο Όστρογκ, δημιουργήθηκε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο διατηρείτο σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια η ελληνο - βυζαντινή πολιτιστική παράδοση σε συνδυασμό με την Εκκλησιαστική Σλαβονική γλώσσα. Οι Έλληνες δάσκαλοι προσέδωσαν στην ζωή της σχολής ελληνορθόδοξο χαρακτήρα και ανύψωσαν το επίπεδο της εκπαίδευσης σε τέτοιο βαθμό, ώστε, ενώ η σχολή είχε ιδρυθεί με σκοπό να παρέχει μόνο δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κατέληξε τελικά να θεωρείται ακαδημία εξαιτίας του πολύ υψηλού επιπέδου διδασκαλίας των γλωσσών και των υπολοίπων μαθημάτων. Παράλληλα με την έντονη εκδοτική τους δραστηριότητα, αποκορύφωμα της οποίας υπήρξε η έκδοση της περίφημης «Οστρόζσκαγια Μπίμπλιγια», της πρώτης τυπωμένης στα σλαβονικά Βίβλου της Ρωσίας, συνέβαλαν στην διάδοση των γραμμάτων, στην καλλιέργεια των επιστημών και γενικά στην πολιτιστική αναγέννηση του ουκρανικού λαού και στην ενθάρρυνσή του να πολεμήσει για την ελευθερία του.
Η κατάληψη από τα μέσα του 14ου αιώνα των δυτικοουκρανικών εδαφών από την Πολωνία συνοδεύτηκε εκτός από οικονομική υποδούλωση και από θρησκευτική και πολιτιστική καταπίεση του ουκρανικού λαού. Με τη βοήθεια των προτεσταντικών και ιδιαιτέρως των καθολικών σχολείων που ιδρύθηκαν από τους Ιησουίτες μετά την Ένωση του Λιούμπλιν (1569), έγινε προσπάθεια να αλλοιωθεί η θρησκευτική συνείδηση των Ουκρανών και να επιβληθεί η λατινική και πολωνική γλώσσα και ο πολωνικός τρόπος ζωής στην Ουκρανία. Οι παράγοντες αυτοί απετέλεσαν σοβαρούς κινδύνους για τη διατήρηση του ελληνικού χαρακτήρα της παιδείας και για την εθνική και θρησκευτική συνείδηση των ουκρανοπαίδων και ελληνοπαίδων της Ουκρανίας που απειλήθηκαν με εκλατινισμό.
Ανάμεσα στους ευγενείς που αντέδρασαν ο σπουδαιότερος ήταν ο Βασίλι Κωνσταντίν Οστρόζκι, ο οποίος μεταβλήθηκε στον πιο ένθερμο υποστηρικτή του ουκρανικού πολιτισμού ιδρύοντας Ορθόδοξα Σχολεία στο Τούριβ το 1572, στο Βολοντιμίρ Βολύνσκι το 1577 και στο Σλούτσκ το 1580. Τις προσπάθειές του υποστήριξε ο Γκριγκόρι Κότκεβιτς, ο οποίος ίδρυσε τυπογραφείο στο Ζαμπλούντοβ, καθώς και ο πρίγκιπας Γεώργιος Σλούτσκι, που είχε εγκαινιάσει ορθόδοξο σχολείο και τυπογραφείο στο Σλούτσκ την δεκαετία του 1560. Στην ίδρυση των Ορθόδοξων Σχολείων συνέβαλε η εκδοτική και μεταφραστική δραστηριότητα ενός Λευκορώσου γιατρού και τυπογράφου, του Φράνσις Σκορίνα, και του πρίγκιπα Αντρέϊ Κούρμπσκι, μαθητή του Μαξίμου του Γραικού.
Το 1576 ο Οστρόζσκι ίδρυσε στο σπίτι του έναν όμιλο, που αποτελείτο από μορφωμένους Ρουθηνούς και Έλληνες του Όστρογκ . Αμέσως μετά τη σύστασή του ο εθνικός - πολιτιστικός αυτός σύλλογος έθεσε ως βασική του προτεραιότητα την ίδρυση λυκείου, στο οποίο οι ουκρανόπαιδες θα λάμβαναν δευτεροβάθμια εκπαίδευση ισάξια με εκείνη των καθολικών και προτεσταντικών σχολείων, αλλά με βασικό μέλημα τη διατήρηση του ορθόδοξου πνεύματος και του ουκρανικού πολιτισμού. Στην εισαγωγή του «Μπουκβάρ» ή «Άζμπουκα» του 1578 αναφέρεται: “Με τη θέληση του ευλογημένου πρίγκιπα Κωνσταντίν Οστρόζσκι αποφασίστηκε η κατασκευή τυπογραφείου για την εκτύπωση βιβλίων και η ίδρυση σχολείου στο Όστρογκ που βρίσκεται στα εδάφη του Βολίν”. Η ίδρυση και η συντήρηση της ακαδημίας έγινε εφικτή χάρη στην οικονομική ενίσχυση της πριγκίπισσας Ελισαβέτα Οστρόζσκι Γκάλσκα. Στα ίδια τα γραπτά του ο Οστρόζσκι δεν αναφέρει ότι έδινε χρήματα για σχολείο στο Όστρογκ, πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να παραδεχτεί δημόσια μέσα στους επικίνδυνους εκείνους χρόνους ότι στήριζε οικονομικά μία ορθόδοξη σχολή. Μόνο από τα γράμματα που έστειλε η Ελισαβέτα προς Ρώσους καθηγητές μαθαίνουμε ότι ο Οστρόζσκι χρησιμοποιούσε τα χρήματα που προέρχονταν από την πώληση των προϊόντων των κτημάτων του για την πληρωμή των καθηγητών της ακαδημίας.
“Όντας ένας μεγάλος υποστηρικτής της «ελληνικής» θρησκείας και της ουκρανικής κουλτούρας - γράφει ο Ιβάν Φρανκό - ο Οστρόζσκι κατάλαβε ότι χωρίς παιδεία η Ρους δεν θα μπορούσε να ξεσηκωθεί για να αποτινάξει τον ξένο φεουδαρχικό ζυγό και η Ορθοδοξία δεν θα άντεχε στην πίεση του Καθολικισμού, γιαυτό και πάσχισε να ιδρύσει στην πόλη του, το Όστρογκ, ανώτερο σχολείο ή, όπως λεγόταν τότε, Ελληνοσλαβική Ακαδημία, και μάλιστα ζήτησε για δάσκαλο τον γνωστό Έλληνα ιεράρχη Κύριλλο Λούκαρη, που αργότερα έγινε οικουμενικός πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως”.
Με την παρατήρησή του ο Φρανκό τονίζει αφενός ότι ο Οστρόζσκι θεωρούσε ως προϋπόθεση για την απελευθέρωση του έθνους του την πνευματική του αναγέννηση, που θα επιτυγχανόταν με την παιδεία, και αφετέρου ότι συνέδεε την παιδεία αυτή με τους Έλληνες, οι οποίοι ήσαν οι γνήσιοι εκφραστές των στοιχείων εκείνων που αποτελούσαν τους πυλώνες του ουκρανικού έθνους, δηλαδή της ορθόδοξης πίστης, της σλαβονικής γλώσσας, που βασιζόταν στο κυριλλικό αλφάβητο, και της βυζαντινής εκκλησιαστικής παράδοσης εν γένει.
Ο Οστρόζσκι ανήκε στους κύκλους εκείνους των ορθοδόξων της Ρουθηνίας που πίστευαν πως η αντίσταση της χώρας τους στην πίεση του καθολικισμού και της λατινικής παιδείας και η διατήρηση της εθνικής και θρησκευτικής αυτοσυνειδησίας της απαιτούσε την άμεση άνοδο του πολιτιστικού επιπέδου του λαού και τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Για το σκοπό αυτό ήταν απαραίτητο η Ρουθηνία να αξιοποιήσει την πολιτιστική βοήθεια, που θα της προσφερόταν από το εξωτερικό - κυρίως από τους ελληνικούς λόγιους κύκλους - και να αποκτήσει την υλικοτεχνική εκείνη υποδομή (τυπογραφεία, βιβλιοθήκες, μεταφραστικά ινστιτούτα κ.ά.) με την οποία θα επιτυγχανόταν ο φωτισμός του έθνους.
Το μεταρρυθμιστικό - διαφωτιστικό αυτό πνεύμα ευνοήθηκε από διάφορους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Πρώτον το 1563 ο Σιγισμούνδος εξέδωσε ένα διάταγμα με το οποίο αναγνώριζε ίσα πολιτικά δικαιώματα στη μη καθολική αριστοκρατία. Το διάταγμα αυτό επέτρεψε στον Οστρόζσκι και τους άλλους ορθόδοξους ευγενείς να ενισχυθούν πολιτικά και να μπορούν να υποστηρίζουν τις πολιτιστικές τους παραδόσεις. Δεύτερον εκείνη την εποχή παρουσιάζεται μία μεγάλη αύξηση στη σημασία της μεσαίας τάξης, που απαρτιζόταν κυρίως από εμπόρους και πλούσιους κατοίκους των πόλεων και στην οποία θα πρέπει να συμπεριληφθούν και οι Έλληνες έμποροι. Όλοι αυτοί ευνοήθηκαν πολύ από τον Κώδικα του Μαγδεμβούργου, τη Χανσεατική Ένωση αλλά και την αυξανόμενη ζήτηση για αγροτικά προϊόντα από τις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Αφού ένοιωσαν ότι είχαν ισχυροποιηθεί αρκετά οικονομικά, οι ορθόδοξοι αριστοκράτες και οι αστοί της μεσαίας τάξης άρχισαν να ασχολούνται με την πολιτιστική αναγέννηση της Ρουθηνίας και με την καθοδήγηση του αγώνα ενάντια στη δυτική παιδεία.
Το πρώτο πράγμα που ήταν αναγκαίο ήταν να αποκτήσουν τα τεχνικά εκείνα μέσα, κυρίως τυπογραφεία, βιβλιοθήκες και μεταφραστικά ινστιτούτα, που χρειάζονταν για την αναγέννηση της εθνικής παιδείας. Στο σημείο αυτό τεράστια ήταν η προσφορά του Ιβάν Φιόντοροβ. Ωστόσο, δεν υπήρχαν ακόμα επιστήμονες ικανοί να αναλάβουν μεγάλες μεταφραστικές εργασίες, όπως δεν υπήρχαν και οι κατάλληλοι καθηγητές. Έτσι για την λειτουργία του πρώτου τυπογραφείου και της ακαδημίας που ιδρύθηκε στο Όστρογκ, ο Οστρόζσκι αποφάσισε να ζητήσει την αποστολή Ελλήνων δασκάλων και μεταφραστών από τη Ρώμη, τα βαλκάνια και γενικά από τους κύκλους των λογίων του εξωτερικού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στο Όστρογκ μία κοινότητα Ελλήνων λογίων που έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην οργάνωση της εκπαίδευσης, όχι μόνο στην συγκεκριμένη πόλη αλλά και στα σχολεία των αδελφοτήτων του Λβοβ, του Κιέβου, του Λουτσκ κ.λ.π.
Η κοινότητα των Ελλήνων εμπόρων του Όστρογκ ήταν επίσης αρκετά δραστήρια. Ο Τέρζοβ αναφέρει ότι βρισκόταν σε διαρκή και στενή επικοινωνία με την ελληνική κοινότητα του Λβοβ. Είναι βέβαιο ότι οι έμποροι του Λβοβ ταξίδευαν συχνά στο γειτονικό Όστρογκ, όπως και σε άλλες κοντινές πόλεις (ιδίως το Ροχάτιν) για διάφορες υποθέσεις τους. Άλλοι μετακόμιζαν από το Λβοβ στο Όστρογκ και αντιστρόφως. Γνωρίζουμε π.χ. ότι ο Γεώργιος Παλαμήδης, ο οποίος εργάστηκε ως καθηγητής των ελληνικών και μεταφραστής στην Ακαδημία του Οστρόζσκι, καταγόταν από την οικογένεια των Παλαμηδών του Λβοβ. Ήταν γιός του εμπόρου του Λβοβ Μιχαήλ Παλαμήδη, που ήταν συγγενής (πιθανόν σύζυγος) της Μαρίας Παλαιολογίνας. Είχε μεγαλώσει στο Λβοβ και μαζί με τον αδελφό του Εμμανουήλ Αχίλλειο μετακόμισε στο Όστρογκ γύρω στα 1607, όπου ανέπτυξε και εμπορικές δραστηριότητες.

Η κοινότητα των Ελλήνων λογίων του Όστρογκ

Η προσέλευση των Ελλήνων λογίων στο Όστρογκ πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση συνδέεται με την ίδρυση της ακαδημίας καθώς και με τις προετοιμασίες για την έκδοση της περίφημης «Βίβλου των Σλάβων» (Οστρόζσκαγια Μπίμπλιγια). Το 1578 έφτασε στο Όστρογκ ο Διονύσιος Ράλλης Παλαιολόγος, μετέπειτα μητροπολίτης Τιρνόβου στη Βουλγαρία (1585-1601), ο οποίος έφερε από το Βατικανό ελληνικό χειρόγραφο της Βίβλου, με βάση το οποίο θα γινόταν η μετάφρασή της στην εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα. Στη μεταφραστική ομάδα, εντάχθηκαν ο κρητικός Ευστάθιος Ναθαναήλ, που είχε σπουδάσει επίσης στη Ρώμη, ο μαθητής του Μαξίμου του Γραικού, Αντρέϊ Κούρμπσκι και αρκετοί Ρώσοι μεταφραστές. Γνωρίζουμε ότι το 1579 ο Ευστάθιος Ναθαναήλ μετέφρασε ένα σημαντικό τμήμα από το ελληνικό χειρόγραφο, ενώ παράλληλα ασκούσε καθήκοντα δασκάλου της ελληνικής γλώσσας στην ακαδημία. Εκτός από μεταφραστής ο Ευστάθιος ήταν και προσωπικός παιδαγωγός των παιδιών του Οστρόζσκι. Στην οργάνωση της ακαδημίας τον Οστρόζσκι βοηθούσε και ο Εμμανουήλ Μοσχόπουλος, σπουδασμένος στη Ρώμη, αλλά σφοδρός πολέμιος του Βατικανού. Σύμφωνα με τον Κ. Χαραλάμποβιτς, ένας άλλος Έλληνας, που βοηθούσε στην οργάνωση της ακαδημίας αλλά και στο διδακτικό της έργο ήταν ο Θεοφάνης ο Έλληνας (FEOFAN GREK). Σε έγγραφο, το οποίο μελέτησε ο Ουκρανός ιστορικός, φαίνεται ότι με προσωπική παράκληση του Οστρόζσκι ο πολωνός βασιλιάς επέτρεψε στις 28 Μαΐου του 1580 στον Θεοφάνη, πρώην επίσκοπο κάποιας μακεδονικής πόλης, να πάρει την αρχιμαντρία του Ζιντιτσίνσκι, μιά από τις σπουδαιότερες στην Ουκρανία.
Η δεύτερη φάση της προσέλευσης των Ελλήνων στο Όστρογκ συνδέεται με τη μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση των ορθοδόξων και των ουνιτών και την περιβόητη Ένωση του Μπρέστ. Ζητώντας διάφορους τρόπους για να «βελτιώσει» τη θέση της ορθόδοξης εκκλησίας της Ουκρανίας, το 1583 ο Οστρόζσκι ξεκίνησε συνομιλίες για την ένωση των εκκλησιών με τον παπικό ληγάτο Αντόνιο Ποσσεβίνο και τον νούντσιο του πάπα στην Πολωνία Μπαλονέτο. Ένας από τους Έλληνες, που στάλθηκαν αυτή την περίοδο στο Όστρογκ, ήταν ο επίσκοπος της ελληνικής κοινότητας στην ιταλική πόλη Πόλο, Τιμόθεος. Ο Τιμόθεος δίδαξε στην ακαδημία του Όστρογκ από το 1583.
Το καλοκαίρι του 1589 ο οικουμενικός πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός επιστρέφοντας από τη Μόσχα, όπου ίδρυσε το Πατριαρχείο Μόσχας, πέρασε ξανά από την Ουκρανία. Εκεί εξέδωσε μία σειρά από διατάγματα, τα οποία προκάλεσαν την αντίδραση των τοπικών επισκόπων, οι οποίοι ένοιωθαν ότι έχαναν την ανεξαρτησία και τα ιδιαίτερα προνόμιά τους, διότι ο πατριάρχης από τη μία κήρυξε την ανεξαρτησία της ουκρανικής ορθόδοξης ιεραρχίας από το Πατριαρχείο Μόσχας αλλά από την άλλη την εξάρτησε από το Οικουμενικό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και μάλιστα ανακήρυξε τις ορθόδοξες αδελφότητες του Λβοβ, της Βίλνας και του Μπρεστ ως «Σταυροπήγια», δηλαδή τις έθεσε υπό την διοικητική δικαιοδοσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και όχι των τοπικών επισκόπων. Οι βασικοί λόγοι που έσπρωξαν τα επόμενα δύο χρόνια τους ορθοδόξους επισκόπους της Ουκρανίας να ταχθούν με το πλευρό της ουνίας ήταν εκτός από την ελπίδα τους να αποτρέψουν με αυτό τον τρόπο την πλήρη πολωνοποίηση και λατινοποίηση της χώρας τους, κυρίως οι φιλοδοξίες τους για πλήρη ανεξαρτησία της Ουκρανικής Εκκλησίας, όχι μόνο από το Πατριαρχείο Μόσχας, αλλά κυρίως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
Το 1590, ο ορθόδοξος επίσκοπος του Λβοβ Γεδεών Μπαλαμπάν, ενοχλημένος από τις ενέργειες του Ιερεμία στην Ουκρανία, ξεκίνησε μυστικές συνομιλίες για την ένωση των εκκλησιών με τον καθολικό αρχιεπίσκοπο του Λβοβ, Γιάν Σολικόβσκι. Με το πλευρό του Μπαλαμπάν τάχθηκαν οι επίσκοποι Λούτσκ Κύριλλος Τερλέτσκι, Χόλμ Διονύσιος Ζμπιρούισκι και Πίνσκ Λεόντιος Πελτσίνσκι. Το 1591 οι τέσσερις επίσκοποι απηύθυναν αίτηση προς τον Πολωνό ηγεμόνα Σιγισμούνδο Γ’ για να υπαχθεί η ρωσική μητρόπολη υπό τον πάπα της Ρώμης, με τον όρο όμως της διαφυλάξεως της Ορθοδοξίας και των ιεραρχικών τους δικαιωμάτων. Αλλά ο μυστικός τρόπος, με τον οποίο πραγματοποίησαν τις συνομιλίες οι υποστηρικτές της ένωσης επίσκοποι, εξόργισε τον Οστρόζσκι, που μεταβλήθηκε τώρα σε σφοδρό πολέμιο της ένωσης. Το τυπογραφείο του Όστρογκ ξεκίνησε την εκτύπωση πολεμικών ανθενωτικών έργων, τα οποία διαδίδονταν στον ορθόδοξο πληθυσμό. Με την υποστήριξη των αδελφοτήτων ο Οστρόζσκι απηύθυνε αλλεπάλληλες εκκλήσεις για βοήθεια στα ελληνικά πατριαρχεία καταγγέλλοντας την αποστασία των ουκρανών επισκόπων. Εκείνος από τους πατριάρχες που στάθηκε αυτή την κρίσιμη στιγμή περισσότερο από κάθε άλλον στο πλευρό του Οστρόζσκι και των αδελφοτήτων ήταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς. Από το 1592 ως το 1601 έστειλε πάνω από πενήντα γράμματα στις ορθόδοξες αδελφότητες και στον ίδιο τον πρίγκιπα, με τα οποία τους καθοδηγούσε πνευματικά, τους στήριζε ηθικά και τους επέλυε διάφορα διοικητικά και θρησκευτικά ζητήματα.
Κατά τη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1593 οι πατριάρχες αποφάσισαν να στείλουν στις περιοχές της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας πατριαρχικούς έξαρχους με σκοπό να πληροφορηθούν από κοντά όλες τις εξελίξεις στον εκκλησιαστικό και όχι μόνο τομέα. Έτσι ο οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός έστειλε τον Νικηφόρο Παράσχη Καντακουζηνό, ενώ ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας έστειλε τον Κύριλλο Λούκαρη, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια ύστερα από αρκετά χρόνια σπουδών στην Ιταλία.
Η αποστολή του Νικηφόρου ξεκίνησε από τη Μολδαβία, όπου ο έξαρχος έφθασε μετά τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1593). Εκεί ο Νικηφόρος ανέλαβε διπλωματική πρωτοβουλία για να αποτρέψει την επίθεση των Τατάρων εναντίον της, αλλά ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη έλαβε επιστολές από τον Οστρόζσκι, που του ζητούσε να σπεύσει στην κατεχόμενη Ουκρανία για να ενωθεί με τους Ορθοδόξους στον αγώνα τους εναντίον των Ιησουιτών και της ουνίας και για να προσφέρει εκπαιδευτικό έργο στην Ακαδημία του Όστρογκ. Σε χρονικό της εποχής διαβάζουμε:
«Ο Έλληνας πρωτοσύγγελος, ενώ είναι άνθρωπος μεγάλης επιρροής και θέσης και ικανός λόγιος, πηγαίνει προς τη Ρωσία και επιθυμεί δουλειά στην Ακαδημία του Όστρογκ, για να διδάσκει τις επιστήμες, που του ζητάνε».
Μόλις όμως ο καθολικός Ζαμόζσκι, που ήταν σφοδρός πολέμιος του Οστρόζσκι, έμαθε τα σχέδια του Νικηφόρου ζήτησε από τον ευνοούμενό του, τον Μογγίλα να συλλάβει τον Έλληνα έξαρχο. Ύστερα από μερικούς μήνες φυλάκισης σε ένα κάστρο στα πολωνομολδαβικά σύνορα ο Νικηφόρος κατάφερε να δραπετεύσει και να φθάσει στην οικία του Οστρόζσκι στο Όστρογκ, όπου συνέβαλε ουσιαστικά στο διαφωτιστικό έργο του ουκρανικού λαού. Δίδαξε σύμφωνα με τον Μιτσκό πάνω από ένα χρόνο και σε συνεργασία με τον πρίγκιπα Οστρόζσκι έθεσαν τις βάσεις για την πολιτική που θα ακολουθούσε η ορθόδοξη αντιπροσωπία στην σχεδιαζόμενη από τους Πολωνούς Σύνοδο του Μπρεστ. Κατά τη διάρκεια των ετών 1595-1596 εργάστηκε ως καθηγητής και στο Λβοβ, όπου μάλιστα για τη διδασκαλία της ελληνικής χρησιμοποιούσε τμήματα από το “Όργανο” του Αριστοτέλη. Οι Έλληνες μαθητές του σχολείου τον αποκαλούσαν “Ο Διδάσκαλος”. Αργότερα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανθενωτική σύνοδο που συγκρότησαν οι ορθόδοξοι στο Μπρεστ και τέλος βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Ιησουίτες στο Μάριενμπουργκ.
Ο Κύριλλος Λούκαρις με την καθοδήγηση του συγγενή του Μελετίου Πηγά ανέλαβε επίσης γενναίο αντιλατινικό αγώνα. Μετά τη σύνοδο του 1593 ο Λούκαρις έφθασε στη Βίλνα της Λιθουανίας, όπου ανέλαβε καθήκοντα δασκάλου και στην συνέχεια διευθυντή στο σχολείο της αδελφότητας και συνέβαλε στην ίδρυση τυπογραφείου για την εκτύπωση ελληνικών βιβλίων. Το σπουδαιότερο από τα έργα που εκδόθηκαν εκεί ήταν ο «Διάλογος Ορθόδοξος Χριστιανός» (1596) του Μελετίου Πηγά. Μετά τη Βίλνα μετέβη στο Όστρογκ, όπου ανέλαβε τη θέση του Πρύτανη στην εκεί Ακαδημία. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι κανείς από τους Έλληνες ερευνητές, που έχουν συγγράψει μελέτες για τον Λούκαρη, όπως ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο Αδαμάντιος Διαμαντόπουλος κ.ά. δεν αναφέρει ότι ο Λούκαρις ήταν πρύτανης στο σχολείο του Όστρογκ ή ότι διετέλεσε καθηγητής σε αυτό. Όσον αφορά την αποστολή του Λούκαρη στο Όστρογκ, ο ίδιος ο Μελέτιος Πηγάς σε επιστολή του προς τον Βασίλι Κωνσταντίν Οστρόζσκι αναφέρει ότι του στέλνει τον Κύριλλο για να τον στηρίξει στον αγώνα του εναντίον των ουνιτών. Σχετικά με την κατάληψη από τον Λούκαρη του αξιώματος του πρύτανη στο σχολείο του Όστρογκ, η πλειοψηφία των Ουκρανών και Ρώσων ιστορικών, που έχουν ασχοληθεί με την ακαδημία π.χ. ο Β. Τέρζοβ, ο Ι. Μιτσκό, ο Α. Βενγκέρσκι και η συντακτική ομάδα του βιβλίου “Έλληνες στα ουκρανικά εδάφη”, θεωρούν δεδομένο ότι ο Λούκαρις διοικούσε την ακαδημία με διακοπές από το 1594 μέχρι το 1600. Στο βιβλίο “OSTROZSKA AKADEMIA XVI - XVII CT ENTSIKLOPEDITSNE VIDANIYA”, που εκδόθηκε πρόσφατα από την ίδια την Ακαδημία Οστρόζσκι, δίνεται το σωστό διάστημα που ο Λούκαρις κατείχε το αξίωμα του πρύτανη και είναι το διάστημα 1594 – 1598.
Το καλοκαίρι του 1595 οι επίσκοποι Βολοντιμίρ, Υπάτιος Ποτσέϊ και Λουτσκ, Κύριλλος Τερλέτσκι μετέβησαν στη Ρώμη ως αντιπρόσωποι και των άλλων επισκόπων παρά τις έντονες αντιδράσεις του Οστρόζσκι και των μοναχών της Ουκρανίας. Εκεί ενώπιον του πάπα Κλήμεντα Η’ δέχτηκαν όλες τις δογματικές απαιτήσεις των Λατίνων και ο πάπας δέχτηκε επίσημα την ουκρανική - λευκορωσική εκκλησία στους κόλπους της ρωμαιοκαθολικής. Τον Οκτώβριο του 1596 συνεκλήθη στην πόλη Μπρεστ νέα σύνοδος για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Ένωσης της Ρώμης στον ουκρανικό λαό. Τον ίδιο μήνα ο Κύριλλος Λούκαρις που δίδασκε στην Ακαδημία του Όστρογκ έλαβε επιστολή από το Dubno από έναν άλλο Έλληνα που εργαζόταν ως καθηγητής στην πόλη αυτή, τον Γαβριήλ Δωροθεϊδη, ο οποίος τον ενημέρωσε για τις ταραχές που είχαν προκληθεί εκεί το προηγούμενο έτος από τους ουνίτες. Έτσι ο Λούκαρις αποφάσισε να συμμετάσχει μαζί με τον Αρχιμανδρίτη Νικηφόρο Παράσχη στην σχεδιαζόμενη σύνοδο του Μπρεστ.
Η σύνοδος χωρίστηκε από την αρχή σε δύο παρατάξεις, τους ουνίτες και τους ορθόδοξους - ανθενωτικούς. Και οι δύο σύνοδοι κήρυξαν η μία την άλλη παράνομη και έκαναν έφεση στον βασιλιά, αλλά ο Σιγισμούνδος υποστήριζε την ένωση και έτσι δεν έλαβε υπόψη τις διαμαρτυρίες των ορθοδόξων. Ο Νικηφόρος Παράσχης συνελήφθη από τους Πολωνούς και δικάστηκε το Μάρτιο του 1597 από την πολωνική Δίαιτα στην Βαρσοβία. Καταδικάστηκε ως προδότης και αποφασίστηκε ο εγκλεισμός του στις φυλακές του φρουρίου του Μάριενμπουργκ, όπου πέθανε από την πείνα. Ο Κύριλλος Λούκαρις σώθηκε την τελευταία στιγμή δραπετεύοντας από το Μπρεστ (1597). Κατά το δρόμο της επιστροφής προς την Κωνσταντινούπολη, όπου τελικά έφθασε το 1598, πέρασε από το Λβοβ, όπου του ζητήθηκε να εργασθεί ως διδάσκαλος στο σχολείο της αδελφότητας.

Οι Ρώσοι καθηγητές της ακαδημίας


Στα τέλη της δεκαετίας του 1570 - 1580 εργάζονταν στην ακαδημία ως καθηγητές ή τυπογράφοι οι Ιβάν Φιόντοροβ, Γερασίμ Σμοτρίτσκι (1576-1594), Βασίλ Μαλιουσίτσκι (1581-1604), Ολέκσι Μοτοβίλο (γύρω στο 1578), Τιμοφέϊ Μιχαήλοβιτς Άνιτς (1578-1584), Λευκορώσος αστρολόγος που δίδαξε στην ακαδημία μαθηματικά και αστρονομία, Αντρέϊ Ρίμσα (1581) κ.ά. Ο σπουδαιότερος, όμως, υπήρξε αναμφισβήτητα ο διάσημος Αντρέϊ Κούρμπσκι. Γόνος μιας πριγκιπικής οικογένειας της Ρωσίας, του οίκου των Γιαροσλάβ, από την πολύ μικρή του ηλικία ήλθε σε επαφή με τους ανώτερους πνευματικούς κύκλους της Ρωσίας και έγινε μαθητής του Μάξιμου του Γραικού, ο οποίος μετά την καταδίκη του από την Ρωσική σύνοδο του 1525 είχε συγκεντρώσει γύρω του ένα ευρύ κύκλο ανθρώπων, στους οποίους δίδασκε τα πατερικά κείμενα στα σλαβικά καθώς και ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Όταν ο Κούρμπσκι άρχισε να χάνει την εύνοια του τσάρου Ιβάν Δ’ στις 30 Απριλίου 1564 έφυγε από το Γιούργεφ στην Λιθουανία και από εκεί στο Όστρογκ. Εκεί:
1. Δημιούργησε μία πλουσιότατη βιβλιοθήκη στην οποία συγκέντρωσε ελληνικά έργα ιδίως του δασκάλου του Μαξίμου του Γραικού, τα οποία συνέδεαν τους Ρουθηνούς με το ελληνικό πνεύμα και διαμόρφωναν στην συνείδησή τους την πεποίθηση ότι ανήκουν θρησκευτικά στην ορθόδοξη ανατολή και είναι φορείς της βυζαντινής πνευματικής κληρονομιάς.
2. διαπαιδαγώγησε τους ουκρανόπαιδες και ελληνόπαιδες του Όστρογκ με βάση τις ίδιες ηθικές και πνευματικές αρχές για τις οποίες ο Μάξιμος είχε μαρτυρήσει στην Ρωσία μερικά χρόνια πριν.
3. μετέφρασε τα κηρύγματα και τις ομιλίες του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που τυπώθηκαν από το τυπογραφείο της ακαδημίας, τα έργα του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και του μεγάλου Βασιλείου.
4. πίστευε πως για να αντιταχθεί η Ουκρανία στην πνευματική επίδραση των λατινικών κύκλων έπρεπε να προχωρήσει σε εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και κυρίως να αξιοποιήσει την γραμματεία των Ελλήνων, οι οποίοι και σπουδαίους ιστορικούς δεσμούς είχαν μ’ αυτήν και ισχυρό ομογενειακό στοιχείο είχαν να επιδείξουν εκείνη την περίοδο στη νοτιοδυτική Ρωσία.
5. Έφερε το πνεύμα του Βυζαντίου στην Ουκρανία σε συνδυασμό όμως με το πνεύμα της αναγεννήσεως και επιπλέον την συνέδεσε με την άλλη μεγάλη και ανόθευτη πηγή της ορθοδοξίας, τη Μόσχα.

Το πρόγραμμα μαθημάτων στην Ακαδημία Οστρόζσκι


Η πρώτη τάξη ήταν τάξη προετοιμασίας και σε αυτήν εισέρχονταν οι μαθητές που είχαν τις απαραίτητες γνώσεις για την παρακολούθηση του σχολικού προγράμματος. Η διδασκαλία των γλωσσών ξεκινούσε στις επόμενες τρείς τάξεις που ονομάζονταν «Ίνφιμι» (INFIMI) Β’ τάξη, «Γραμμάτιτσι» (GRAMATITSI) Γ’ τάξη και «Συντάκσιμι» (SYNTAKSIMI) Δ’ τάξη αντίστοιχα. Οι φοιτητές διδάσκονταν τις εξής γλώσσες: Εκκλησιαστική Σλαβονική, Λατινική, Ουκρανική (λόγια), Ελληνική και Πολωνική. Το σχολικό πρόγραμμα στις τέσσερις τάξεις γραμματικής συμπληρωνόταν με την εκμάθηση της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της μουσικής (οι μαθητές μάθαιναν τις νότες) και της κατήχησης. Ακολουθούσαν δύο τάξεις που ονομάζονταν «Στουντέντι» (STUDENTI) και στις οποίες οι φοιτητές διδάσκονταν ποίηση και ρητορική. Στην έβδομη τάξη οι φοιτητές διδάσκονταν φιλοσοφία.
Η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας είχε φθάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε οι φοιτητές να μπορούν να μεταφράζουν από τα ελληνικά στα σλαβονικά εξαιρετικά δύσκολα έργα. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η πολύ δύσκολη μετάφραση ενός έργου του Φέοντορ Αβουκάρ, την οποία πραγματοποίησε το 1611 ένας φοιτητής της ακαδημίας. Στο πολύ υψηλό επίπεδο της διδασκαλίας σημαντικό ρόλο έπαιζε και η βιβλιοθήκη του ιδρύματος στην οποία υπήρχαν τα πολεμικά έργα του Μαξίμου του Γραικού και διάφορα ελληνικά βιβλία, που είχαν εκδοθεί στη δύση όπως: Ελληνολατινικό λεξικό του Καλέπιν (εκδ. Βασιλείας 1562), Τραγωδίες του Ευριπίδη (Βασιλεία 1551), Ελληνική Γραμματική του Κλέναρντ κ.ά. Πρώτος πρύτανης της Ακαδημίας Οστρόζσκι θεωρείται παραδοσιακά ο Γερασίμ Ντανίλοβιτς Σμοτρίτσκι, επιμελητής έκδοσης της «Οστρόζσκαγια Μπίμπλιγια».

Το τυπογραφείο της Ακαδημίας Οστρόζσκι


Η ίδρυση και η οργάνωση του τυπογραφείου της ακαδημίας είναι στενά συνδεδεμένη με το όνομα του Ιβάν Φιόντοροβ. Το παλιότερο έγγραφο για την παραμονή του Φιόντοροβ στην περιοχή του Βολύν έχει χρονολογία 5 Μαρτίου 1575. Εδώ ο Φιόντοροβ αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του μοναστηριού της πόλης Ντερμάν, όπου δημιουργήθηκε σπουδαίο τυπογραφείο με συμμετοχή μάλιστα και Ελλήνων. Μαζί με τον Φιόντοροβ στο τυπογραφείο του Όστρογκ εργάζονταν Έλληνες και Βούλγαροι τυπογράφοι, οι οποίοι έφερναν βιβλία από την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία για να πραγματοποιήσουν μεταφράσεις και στη συνέχεια να τα εκδώσουν στο Όστρογκ. Η τυπογραφική δραστηριότητα στο Όστρογκ μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους. Η πρώτη περίοδος διαρκεί από το 1578 ως το 1581 και η δεύτερη από το 1594 ως το 1612 περίπου. Στο διάστημα 1581-1594 το τυπογραφείο ανέστειλε τη λειτουργία του για πολιτικο - θρησκευτικούς λόγους.
Το πρώτο γνωστό έργο που εξέδωσε το τυπογραφείο ήταν το «BUKVAR» (Αλφαβητάριο). Εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου του 1578 και είχε εκκλησιαστικό σλαβονικό και ελληνικό κείμενο σε παράλληλες σελίδες. Το πρώτο παρόμοιο βιβλίο στην Ουκρανία είχε εκδοθεί τέσσερα χρόνια πιο πριν στο Λβοβ και είναι το «BUKVAR» του 1574. Το «Αλφαβητάριο» του 1578 περιέχει τον πίνακα του ελληνικού αλφαβήτου και είναι γραμμένο σε δύο γλώσσες. Οι αριστερές σελίδες είναι στα ελληνικά και οι δεξιές στα εκκλησιαστικά σλαβονικά. Στο εσώφυλλο συναντάμε την επιγραφή «Johannus Fedorowytsch typographus Graecus et Slavius». Η συγγραφή των κειμένων εκτός από τα σλαβικά και στα ελληνικά, πρακτική που θα ακολουθείτο και σε άλλα βιβλία (Αδελφότης, Προς Ιουδαίους Απολογία του Μελετίου Πηγά, Διάλογος Ορθόδοξος Χριστιανός του ίδιου κ.ά.), δεν ήταν τυχαία. Όπως λέει ο Τέρζοβ, στα ελληνικά ήταν γραμμένο το Άγιο Ευαγγέλιο, οι Πράξεις των Αποστόλων και τα έργα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Η ελληνική γλώσσα ταυτιζόταν με την Ορθοδοξία και ένωνε την Ουκρανία με τη βυζαντινή παράδοση.
Το τελευταίο βιβλίο που εκδόθηκε στο Όστρογκ κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας του (1578-1581) είναι η περίφημη «Οστρόζσκαγια Μπίμπλιγια». Επιμελητής έκδοσης (editor) ήταν ο Γερασίμ Ντανίλοβιτς Σμοτρίτσκυ, ενώ σημαντική βοήθεια πρόσφερε και ένας ακόμα Ρώσος, ο Βασίλειος Σουράζσκυ. Για την έκδοση χρειάστηκε να κατασκευαστούν δύο ελληνικά τυπογραφικά στοιχεία και ένα σλαβονικό. Ένα από τα αντίτυπα στάλθηκε τιμής ένεκεν στο Άγιο Όρος, στη Μονή Χιλανδαρίου.
Μετά την έκδοση της «Βίβλου» το 1581, το τυπογραφείο σταμάτησε την παραγωγή βιβλίων για 13 ολόκληρα χρόνια. Αρκετοί ερευνητές αποδίδουν τη διακοπή αυτή στην αναχώρηση του Ιβάν Φιόντοροβ από το Όστρογκ, αλλά στην πραγματικότητα έχει περισσότερο σχέση με την πολιτική που ακολουθούσε ο Οστρόζσκι εκείνη την περίοδο. Είδαμε ότι το 1583, ο Οστρόζσκι ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τη Ρώμη. Υπ’ αυτές τις συνθήκες η έκδοση ορθόδοξων βιβλίων θα μπορούσε να εκθέσει τον Οστρόζσκι στα μάτια των «συμμάχων» του, γιαυτό σταμάτησε η λειτουργία του τυπογραφείου μέχρι να υπάρξουν νεότερες εξελίξεις. Ωστόσο το τυπογραφείο συνέχισε την παραγωγή χειρογράφων βιβλίων.
Μετά το 1590, όταν ο Οστρόζσκι, ενοχλημένος από τις αυθαίρετες ενέργειες του Μπαλαμπάν και των άλλων επισκόπων, πήρε καθαρή αντικαθολική στάση, το τυπογραφείο επανέλαβε τη λειτουργία του. Το πρώτο έργο, το οποίο εκδόθηκε τότε, ήταν το έργο του Μεγάλου Βασιλείου «Περί Νηστείας». Η επιλογή έργου ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας έδειχνε την πρόθεση των Ουκρανών λογίων του Όστρογκ να παραμείνουν πιστοί στις αρχές της ελληνοορθόδοξης βυζαντινής παράδοσης και να κρατήσουν μία πιο συνεπή αντιουνιτική στάση στο μέλλον.
Κατά τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του τυπογραφείου, ωστόσο, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Έλληνες λόγιοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Γεώργιος Παλαμήδης. Στις 15 Δεκεμβρίου του 1607 ο Παλαμήδης εξέδωσε στα ελληνικά στο τυπογραφείο του Όστρογκ το ποίημά του για τον βοεβόδα Μιχάϊ. Το ποίημα αυτό, που διδασκόταν στο μάθημα της ποίησης στην Ακαδημία, αποτελεί ένα μόνο μικρό παράδειγμα της επιρροής των Ελλήνων λογίων στο πρόγραμμα μαθημάτων της ακαδημίας και γενικά στον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα της σχολής.
Ανάμεσα στους Έλληνες του τυπογραφείου ξεχώριζε ο Κυπριάν, που ήταν ντόπιος. Ο Κυπριάν ήταν αρχικά μοναχός στο μοναστήρι της πόλης Ντερμάν, όπου υπήρχε σπουδαίο τυπογραφείο. Εκεί μετέφρασε τη συλλογή «Μέλισσα» και το «Συνταγματικό» του μητροπολίτη Γαβριήλ. Μαζί με τον Κυπριάν στο Ντερμάν εργαζόταν από το 1598 και ένας άλλος Έλληνας, ο Αντώνι Φιόντοροβιτς Γκρέκοβιτς από την πόλη Ροχάτιν. Στις 6 Φεβρουαρίου του 1605 στο τυπογραφείο του Ντερμάν εκδόθηκε γράμμα του Μελετίου Πηγά προς τον Υπάτιο Ποτσέϊ, με το οποίο ο πατριάρχης κατηγορεί τον πρώην επίσκοπο Βολοντιμίρ για τις προσπάθειές του να εισαγάγει την ουνία και για την ανάρρησή του στο μητροπολιτικό θρόνο του Κιέβου. Το γράμμα είχε γραφεί από τον πατριάρχη στην Αίγυπτο στις 14 Οκτωβρίου 1599, αλλά μεταφράστηκε από τα ελληνικά στο Ντερμάν το 1605 από τον Ιώβ Μπορέτσκι. Το 1605 ο Κυπριάν και ο Γκρέκοβιτς έφυγαν από το Ντερμάν και το τυπογραφείο μεταφέρθηκε στο Όστρογκ. Ο Κυπριάν εργάστηκε εκεί αρκετά χρόνια, ενώ ο Γκρέκοβιτς κλήθηκε από την Αδελφότητα της Βίλνας για να αναλάβει τη θέση του πρύτανη στο σχολείο της.
Όπως αναφέραμε ήδη, στο Όστρογκ υπήρχε μεγάλη παραγωγή χειρογράφων βιβλίων. Τα χειρόγραφα έργα, όπως τα αντίγραφα των έργων των μεγάλων πατέρων της ανατολικής εκκλησίας (π.χ. του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου) διαδίδονταν μυστικά, από χέρι σε χέρι, και συνέβαλλαν στην διατήρηση της εθνικής και θρησκευτικής αυτοσυνειδησίας των δοκιμαζόμενων Ρουθηνών. Από τους σπουδαιότερους αντιγραφείς ελληνικών χειρογράφων στο Όστρογκ ήταν σύμφωνα με τους Medlin - Πατρινέλης και ο Έλληνας Ιακώβ Θεσσαλονίκης.

Η σημασία της Ακαδημίας Οστρόζσκι για την εθνική παιδεία στην Ουκρανία


Από το 1576 ως το θάνατο του ιδρυτή της, του Βασίλι Κωνσταντίν Οστρόζσκι, το 1608, η Ακαδημία Οστρόζσκι αποτελούσε το μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο των ανατολικών σλάβων, τόσο σημαντικό ώστε η μικρή αυτή πόλη της Βολυνίας, που την φιλοξενούσε, το Όστρογκ, να μείνει στην ιστορία ως “Η Αθήνα της Ουκρανίας”. Συνοψίζοντας:
Α. Η Ακαδημία Οστρόζσκι απετέλεσε τον φορέα της μετάγγισης του ελληνικού πολιτισμού στην Ουκρανία. Ο Μιτσκό σημειώνει: «Η κυριότερη διαφορά του Κολεγίου του Όστρογκ από τα άλλα σχολεία της Δυτικής Ευρώπης ήταν το ότι εκεί διατηρείτο σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια η Ελληνο - βυζαντινή πολιτιστική παράδοση σε συνδυασμό με την Εκκλησιαστική Σλαβονική γλώσσα». Ο ακαδημαϊκός Μ. Β. Βόζνιακ διευκρινίζει: “Το σχολείο του Όστρογκ βρισκόταν υπό την άμεση επιρροή των Ελλήνων. Οι Έλληνες δάσκαλοι προσέδιδαν τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική ζωή της σχολής ελληνορθόδοξο χαρακτήρα. Αυτό είχε μάλιστα ως συνέπεια το Σχολείο του Όστρογκ πολλές φορές να αποκαλείται απλώς «Ελληνικό» ή «Ελληνορθόδοξο Σχολείο». Ο γνωστός για τα πολεμικού χαρακτήρα άρθρα του Ζαχαρία Κοπιστένσκι στο έργο του Palinodia γράφει: Οι Έλληνες επιστήμονες της Ακαδημίας ήταν ρήτορες του επιπέδου του Δημοσθένη και φημισμένοι διδάκτορες της ελληνικής, σλαβονικής και λατινικής γλώσσας. Ο Τέρζοβ σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό «Σημειώσεις του Ιστορικοφιλολογικού συλλόγου Ανδρέας Μπιλέτσκι» καταλήγει: “Η δράση των Ελλήνων του Λβοβ και Όστρογκ βοήθησε στην αναγέννηση της ουκρανικής εθνικής κουλτούρας και ενθάρρυνε τον ουκρανικό λαό να πολεμήσει για τα δικαιώματά του και την ελευθερία του”.
Β. Από το Όστρογκ ξεκίνησε η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ουκρανία. Η Ακαδημία Οστρόζσκι απετέλεσε το πρότυπο από πλευράς δομής, προγράμματος σπουδών και συστήματος διοίκησης για την Ακαδημία Μογγίλα (1632), η οποία με τη σειρά της απετέλεσε το πρότυπο για τη Σλαβοελληνολατινική Ακαδημία της Μόσχας (1687). Οι περισσότεροι από τους καθηγητές που εργάστηκαν στην ακαδημία, κλήθηκαν αργότερα για να διδάξουν στην Ακαδημία Μογγίλα.
Γ. Η Ακαδημία Οστρόζσκι έπαιξε τεράστιο ρόλο στον αγώνα του ουκρανικού λαού ενάντια στον καθολικισμό. Με το παιδαγωγικό και διαφωτιστικό έργο της προέβαλε ισχυρή αντίσταση στο προσηλυτιστικό έργο των καθολικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, κυρίως εκείνων που βρίσκονταν στα χέρια του ιησουιτικού κλήρου. Ένα έτος μετά την ίδρυσή της, το 1577, ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ έδωσε εντολή για την ίδρυση του Κολλεγίου του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης, το οποίο είχε ως βασική αποστολή να προετοιμάσει τους προπαγανδιστές του καθολικισμού στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Έξι χρόνια πιο πριν, το 1570, είχε ιδρυθεί το ιησουιτικό κολλέγιο της Βίλνας, στο οποίο το 1582 ο πάπας έδωσε εντολή να ιδρυθεί θεολογικό σεμινάριο για να διδάσκει τον καθολικισμό.



Βιβλιογραφία

Ουκρανική

1. Bokan, V.A., Polovi, L.P. (2001). Istoriya Kulturi Ukraini (Ιστορία του πολιτισμού της Ουκρανίας). Kyiv: Mizregionalna Akademiya Upravlinia Personalom.
2. Dmitrienko, M.F., Litvin, V.M., Tomazov, V.V., Yakovleva, L.V., Yasb, O.V. (2000). Greki na ukrainskih terenah. (Έλληνες στα ουκρανικά εδάφη). Kyiv: Lybid.
3. Mitsko, I.Z. (1990). Ostrozka Slaviano-Greko-Latinska Akademia (1576-1636). (Σλαβο-ελληνο-λατινική Ακαδημία Οστρόζσκι). Kyiv: Naukova Dumka.
4. Ostrozka Akademia. (1997). Ostrozka Akademia XVI-XVII st. Entsiklopeditsne Vidaniya. (Ακαδημία Οστρόζσκι 16ος – 17ος αιώνας. Εγκυκλοπαιδική έκδοση). Ostrog.
5. Terzov, V. (1997). Grechka Obchina Lvova ta Ostroga (XVI-XVII st.). (Οι Ελληνικές κοινότητες στη Λεοντόπολη και Όστρογκ, 16ος-17ος αιώνας). Zapiski Istoriko-philologitsnovo tovaristo Andriya Bilechkovo. (Σημειώσεις Ιστορικο-Φιλολογικού Συλλόγου «Ανδρέας Μπιλέτσκυ”) Τεύχος α’, 82-87, 126-127.
6. Vozniak, M.V. (1992). Istoriya Ukrainskoi Literaturi u dvoh knigah. (Ιστορία της ουκρανικής λογοτεχνίας σε δύο τόμους). Lvov. Τόμος Α’.


Ελληνική

1. Διαμαντόπουλου, Α.Ν. (1939). Κύριλλος Λούκαρης ο Κρης. Ο μέγας οικουμενικός Πατριάρχης του ΙΖ’ αιώνος (1620-1638). Στο ανθολόγιο: Αρβανιτίδης, Γ., Ζαρίφης, Γ.Λ., Τσουδερός, Ε., Καλβοκορέσης, Δ., Διαμαντόπουλος, Α., Γεδεών, Μ. (Επιμελητές έκδοσης). Κύριλλος ο Λούκαρις (1572-1638). Τόμος εκδιδόμενος επί τη τριακοσιετηρίδι του θανάτου αυτού (1638-1938), επιμελεία της εταιρείας Κρητικών Σπουδών και Συλλόγου Μεσαιωνικών Γραμμάτων. Αθήνα: Πυρσός.
2. Μεθοδίου Γ. Φούγια, Μητροπολίτου Πισιδίας πρ. Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρεταννίας. (1998). ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ Μελετίου Πηγά Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας 1590-1601 εκδιδόμεναι εκ του υπ΄ αριθ. 296 χειρογράφου της Βιβλιοθήκης του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Αθήνα. (ανατύπωσις).
3. Φειδά, Β.Ι. (1997). Εκκλησιαστική ιστορία της Ρωσίας 988-1988. (4η έκδοση). Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.
4. Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος. (1939) Κύριλλος Λούκαρις. (επιμελεία Γρηγορίου Παπαμιχαήλ). Αθήνα: Πυρσός.


Αγγλική

1. Medlin, W.K. & Patrinelis, C.G. (1971). Renaissance Influences and Religious Reforms in Russia. Western and Post - Byzantine Impacts on Culture and Education (16th - 17th centuries). (Επιδράσεις της Αναγέννησης και Θρησκευτικές Μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία. Δυτικές και Μεταβυζαντινές Επιρροές στον Πολιτισμό και την Εκπαίδευση). Geneva: Libraire Droz S.A.
2. Krawciw, B. (1988). Education and Schools: To the end of the eighteenth century. In: Kubijovyc, V. (Ed.) Ukraine: A Concise Encyclopaedia (σελ. 300-313). Toronto, Ontario: University of Toronto Press.
3. Polonska-Vasylenko, N. (1988). At the dawn of modern age: Ukraine under Lithuanian and Polish domination. In: Kubijovyc, V. (Ed.) Ukraine: A Concise Encyclopaedia (σελ. 618-634). Toronto, Ontario: University of Toronto Press.
4. Polonska-Vasylenko, N. (1988). The Ukrainian church in the Lithuanian-Polish realm and the Kozak hetman state. In: Kubijovyc, V. (Ed.) Ukraine: A Concise Encyclopaedia (σελ. 143-161). Toronto, Ontario: University of Toronto Press.

Ρουμανική

1. Iorga, N. (1900) Relatile comerciale ale terilor noastre cu Lembergul. Regeste si documente din Archivele orasului Lemberg. Bucuresti.

Ημερολόγιο
Οκτώβριος
2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
1 2 3 4 5 6 7
8 9 10 11 12 13 14
15 16 17 18 19 20 21
22 23 24 25 26 27 28
29 30 31        
Τρέχουσα
Επικαιρότητα

» 2ο Ελληνο-Ρωσικό Κοινωνικό Φόρουμ. (Στην Αγία Πετρούπολη, στη Ρωσία από 14 μέχρι 18 Ιουνίου 2009).

Εκδηλώσεις

Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου, Μόσχα 2007.

Κύκλος Διαλέξεων.

12 Νοεμβρίου 2008 στον Οίκο των Εθνοτήτων της Μόσχας. Επιστημονική Ημερίδα με συμμετοχή μελών του ΚΕΡΙΕ.

Εκδόσεις

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΗΜΕΡΙΔΑΣ: ΕΛΛΗΝΟ-ΡΩΣΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

ΗΜΕΡΙΔΑ Κ.Ε.Ρ.Ι.Ε ΣΤΟ ΡΩΣΙΚΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ 29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2010.

Ελληνο-Ρωσική επιστημονική Ημερίδα «Προσεγγίσεις Ελληνο-Ρωσικής εκκλησιαστικής ιστορίας και τέχνης». Λιβαδειά 21.11.2009.

Πρακτικά της Ημερίδας 2006.

Βιβλιοθήκη Κ.Ε.Ρ.Ι.Ε.
Σύνδεσμοι που Ενδιαφέρουν

2ο Κοινωνικό Φόρουμ

Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού

Σύλλογος Λεβαδέων Ο Λάμπρος Κατσώνης

Archive.gr